Σενάρια και αλήθειες για τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Διάφοροι μύθοι και θρύλοι περιτριγυρίζουν τον υιό της πριγκίπισσας της Ηπείρου, Ολυμπιάδας και του βασιλιά  της Μακεδονίας Φιλίππου Β’. Ο Μέγας Αλέξανδρος γεννήθηκε στη Πέλλα της Μακεδονίας τον Ιούλιο του 356 π.Χ.. Ήταν ο ανερχόμενος βασιλιάς της Μακεδονίας και θέλησε να συνεχίσει το έργο του πατέρα του, ο όποιος ήταν ικανότατος στρατηγός πολιτικών και διπλωματών.

Ο πατέρας του, είχε φροντίσει να αναμορφώσει το βασίλειο της Μακεδονίας σε σημαντική δύναμη του ελληνικού κόσμου, αυτό το έργο ήθελε να ακολουθήσει κι ο Μέγας Αλέξανδρος έως ότου τελικά τη μεταμόρφωση σε παγκόσμια υπερδύναμη.

Ο Αλέξανδρος χαρακτηρίζονταν από την ισχυρή ελληνική του συνείδηση και τη μαχητικότητά του. Αυτό ήταν που τον βοήθησε να κατακτήσει και το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου, από την Μικρά Ασία, την Περσία και στην Αίγυπτο φτάνοντας ως τις παρυφές της Ινδίας αήττητος.

Ο γενναίος, Έλληνας στρατηγός, πέθανε στη Βαβυλώνα, στο παλάτι του Ναβουχοδονόσορα Β’, στη συμπλήρωση δεκατριών μόνο χρόνων από τη βασιλεία του. Στις 10 Ιουνίου του 323 π.Χ, σε ηλικία μόλις τριάντα δύο ετών κι έντεκα μηνών, άφησε τη τελευταία του πνοή.
Συνέχισε όμως δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, να ταλανίζει η ιστορία του επιστήμονες και μη, καθώς δεν βρέθηκε ποτέ η σορός του μεγάλου αυτού βασιλιά.

Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, το σώμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενταφιάστηκε σε ένα φέρετρο, το οποίο ήταν κατασκευασμένο από σφυρηλατημένο χρυσάφι και εφάρμοζε στο σώμα του. Εν έτη 89-90 π.Χ, το σώμα του στρατηλάτη αφαιρέθηκε από το χρυσό φέρετρο, καθώς χρησιμοποίησαν το τελευταίο για την παραγωγή νομισμάτων και την αποπληρωμή των βασιλικών χρεών. Έτσι αντικατέστησαν αυτό το φέρετρο με ένα άλλο, κατασκευασμένο αυτή τη φορά από γυαλί.

Ο Μέγας Αλέξανδρος, λέγεται πως είχε ζητήσει λίγο πριν από τον θάνατό του, να ταφεί στον ναό του Άμωνος Διός, που βρίσκεται στην όαση της Σίβας. Εάν όντως αυτή ήταν η προσωπική επιθυμία του, τότε όλα μαρτυρούν πως αυτή δεν πραγματοποιήθηκε.

Οι έρευνες στη Σίβα, για την εύρεση του τάφου του μεγάλου Αλεξάνδρου, φαίνεται πως παρακίνησαν τα ξένα-παγκόσμια μέσα, μετά τη δήλωση της Λιάνας Σουλβατζή, πως πιστεύει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος βρίσκεται θαμμένος κάτω από την άμμο της Ερήμου. Το ίδιο ενδιαφέρον δεν παρατηρήθηκε ωστόσο και από τα Ελληνικά μέσα και οι Έλληνες αρχαιολόγοι ήταν άκρως επιφυλακτική στη στάση τους. Η Λιάνα Σουλβατζή όμως, συνέχισε παρά τις ελληνικές αντιρρήσεις τις έρευνές της. Η πολυπόθητη απάντηση του θέματος όμως, μένει μέχρι και σήμερα απόκρυφη, καθώς ακόμα και η ίδια η Αίγυπτος, σώπασε ξαφνικά.

Στη συνέχεια, υποστηρίχθηκε ότι η γη, στην οποία είναι θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος, είναι η Αλεξάνδρεια, η πόλη δηλαδή που έχει πάρει το όνομα του. Η ιστορική αυτή θεωρία, προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στους αρχαιολόγους, αφού η Αλεξάνδρεια, είναι γνωστό πως είναι μια πόλη, χτισμένη πάνω από την αρχαία πόλη, η οποία είναι βυθισμένη όχι στο νερό, αλλά στην ίδια τη γη.

Πριν από έναν αιώνα περίπου, στη Αίγυπτο, ένα μικρό γαϊδουράκι, έπεσε τυχαία σε μία τρύπα, σέρνοντας μαζί του και το κάρο το οποίο κουβαλούσε, όπως συνηθίζονταν εκείνα τα χρόνια. Σε αυτή τη τρύπα λοιπόν, ανακάλυψαν, οι Αιγύπτιοι,  πολλούς ταφικούς θαλάμους.

Τότε οι ελπίδες όλων αναζωπυρώθηκαν και πίστεψαν πως βρήκαν τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι ελπίδες όλων ναυάγησαν γρήγορα. Οι θάλαμοι αυτοί απεδείχθη τελικά πως ήταν Ρωμαϊκές κατακόμβες, που χρησιμοποιήθηκαν από την εποχή που χάθηκαν τα ίχνη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, περίπου τον 4ο αιώνα.

Πολλά χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 1999, ένα συνταρακτικό νέο ειπώθηκε στον συγγραφέα και σκηνοθέτη της ταινίας «Ο Μέγας Αλέξανδρος», Παύλος Πισσανός. Κάποιος Έλληνας, που δούλευε στο Αμάν της Ιορδανίας, τον πληροφόρησε πως ο Αλέξανδρος είναι θαμμένος εκεί στη γη του Αμάν, η οποία βρισκότανε κοντά στην αρχαία Ελληνική περιοχή της Γέρασα. Για να σιγουρευτεί ο Πίσσανος για την αξιοπιστία της πληροφορίας, ταξίδεψε ο ίδιος μέχρι την Ιορδανία.

Κάποιος ηλικιωμένος, τον συνάντησε και του έδωσε πλήρη περιγραφή για την όψη του τάφου, ο Πίσσανος σημείωσε με ακρίβεια κάθε πληροφορία που του δινόταν, γεγονός που δεν είναι καθόλου παράλογο, εφόσον πίστευε πως βρίσκεται στην λύση ενός ζητήματος που χρόνια ταλανίζει την ανθρώπινη ιστορία.

Για να οδηγήσουν όμως εκεί τον σκηνοθέτη, ως όρος ορίστηκε πως θα έπρεπε με ένα μαντίλι να του δέσουν τα μάτια και να το βγάλει μονάχα όταν φτάσουν στο προορισμό τους. Όταν θα έφταναν εκεί ο Πίσσανος, ήταν υποχρεωμένος  να τους δώσει το ποσό των 150.000 δολαρίων, όπως είχε συμφωνηθεί στη πρώτη τους τηλεφωνική επαφή. Αντιμέτωπος με τη δύσκολη αυτή απόφαση, συμφώνησε να φύγει και να επιστρέψει ξανά στο χρονικό διάστημα του ενός μήνα.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ζήτησε από κάθε ειδικευμένο αρχαιολόγο και ιστορικό, να μάθει αν οι πληροφορίες που του δόθηκαν είχαν κάποια επιστημονική βάση ή αν επρόκειτο για απάτη.

Τότε του εξιστόρησαν πως το 321 π.Χ. η νεκροπομπή του στρατηλάτη μεταφερόταν από τη Βαβυλώνα προς τη γενέτειρά του, Μακεδονία. Στη μέση της διαδρομής, στη περιοχή της Δαμασκού η άμαξα που μετέφερε τη σορό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κλάπηκε από τον Πτολεμαίο και μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο. Από εκεί αφαίρεσαν από το φέρετρο του Αλεξάνδρου τον θώρακα, το διάδημα και το βασιλικό του σκήπτρο.

Ο Πτολεμαίος και ο Περδίκκας, γενικός γραμματέας Ευμένης, ήταν οι δύο διάδοχοι του θρόνου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Καθώς ο Φίλιππος Γ’ ο Αριδδαίος, αδελφός του Μεγάλου Αλεξάνδρου από άλλη μητέρα, έπασχε από κάποια νοητική υστέρηση, αλλά και ο γιος του Αλέξανδρος Δ’ από τη νόμιμη σύζυγό του Ρωξάνη, είχε γεννηθεί λίγους μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα του, συνεπώς ήταν ακόμα βρέφος.

Μετά τη κλοπή της σορού του Αλεξάνδρου ο Περδίκκας εκστράτευε εναντίον του Πτολεμαίου, ηττήθηκε στον Ποταμό Νείλο και σκοτώθηκε από τους ίδιους του τους στρατιώτες το βράδυ που αναπαύονταν στη σκηνή του.

Ο Πτολεμαίος χρησιμοποίησε το κενοτάφιο το Νεκτανεβώ Β΄ στη Μέμφιδα, καθώς η Αλεξάνδρεια δεν ήταν η μεγάλη πόλη που θα γινότανε μελλοντικά. Στις αρχές του τρίτου αιώνα το σώμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια από τον διάδοχο του Πτολεμαίου, Πτολεμαίο Β’ Φιλαδέλφιο, πιθανότατα μετά το 282π.Χ. που πέθανε ο Πτολεμαίος Α’. Ύστερα τον δεύτερο αιώνα ο Πτολεμαίος Δ’ Φιλοπάτωρ μετέφερε το σώμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο κοινοτικό μαυσωλείο της Αλεξάνδρειας.

Ο Δρ. Σφήκας, πληροφόρησε τον Πίσσανο, πως σε κανένα από τα συγγράμματα του Αρριανού, του Πλούταρχου ή του Ρουφό, επομένως δεν ανταποκρίνονταν στις πληροφορίες που του έδωσαν στο Αμάν.

Εικάσθηκε μάλιστα πως η μεγάλη σύγχυση που δημιουργήθηκε γύρω από τον χαμό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν αποκλείεται να οδήγησε στην αλλαγή του σώματός του με κάποιου άλλου και αυτό του Αλεξάνδρου να το έκρυψαν σε κάποια άγνωστη περιοχή.

Από τον Ιορδανό, ο Πίσσανος είχε ενημερωθεί επίσης, πως στο τέλος της Στοάς του τάφου, υπήρχαν μαγνητικά πεδία που εμπόδιζαν την είσοδο στον τάφο. Έτσι απευθύνθηκε στο Κέντρο ερευνών Δημόκριτος και συζήτησε με καταρτισμένους επιστήμονες τη πιθανότητα να δημιουργηθούν τεχνητά μαγνητικά πεδία, που θα ήταν ικανά να απορροφήσουν κάθε διερχόμενο υλικό σώμα σ’ αυτά. Του απάντησαν πως αυτό είναι μη παραδεκτό, ο ίδιος επέμεινε ρωτώντας αν αυτό είναι κάτι το αδύνατο και η απάντηση που έλαβε ήταν «Τίποτα στη φύση δεν είναι αδύνατο».

Τελικά παρασυρμένος από τη λαχτάρα του πως μπορεί να εντοπίσει τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και το γεγονός αυτό να αποτελέσει τομή στην ανθρώπινη ιστορία, αποφάσισε να επιστρέψει.

Οι συνθήκες όμως που βρήκε γυρίζοντας, δεν ήταν αυτές που περίμενε. Μετά από τέσσερις αποτυχημένες προσπάθειες, δεν το επιτράπηκε η πρόσβαση στον τάφο, θεωρώντας πως είχε προδώσει αυτό το τόσο σημαντικό μυστικό.

Απογοητευμένος από τις φρούδες ελπίδες του, αποφάσισε να προχωρήσει στη ψηφιακή απεικόνιση του τάφου, όπως του τον είχε περιγράψει ο ηλικιωμένος κύριος στο πρώτο του ταξίδι. Πρόκειται για ένα τεράστιο συγκρότημα από υπόγειες στοές το οποίο ο ηλικιωμένος το είχε αποκαλέσει «Νέα Πέλλα». Υπάρχουν μέσα αρκετές μαρμάρινες πόρτες οι οποίες ανοίγουν κάθετα. Μέσα στις Στοές υπάρχουν επίσης αρχαίοι ελληνικοί κίονες και αγάλματα. Σε μία από τις στοές, στην είσοδο της, είναι κάτι χαραγμένο με ελληνικούς χαρακτήρες κι ένα ημίγλυφο οικόσημο το οποίο ο ηλικιωμένος ισχυρίστηκε πως ήταν Μακεδονικής προέλευσης. Στο πάτωμα της στοάς μέσα στην οποία υποτίθετο πως βρίσκεται ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είναι χαραγμένα τρία ζώα, ένα ελάφι, ένας κροκόδειλος και ένα φίδι. Λαξεμένο στην αριστερή πλευρά της εισόδου είναι η προτομή μιας αραπίνας.

Μόλις πατήσει κανείς στο κύκλο με τα τρία ζώα, αισθάνεται μια περίεργη πίεση κι ένα βουητό, προχωρώντας στο εσωτερικό του τάφου, οι αισθήσεις αυτές μειώνονται. Στους τοίχους της στοάς, υπάρχουν χαραγμένα αποσπάσματα από την Ιλιάδα του Ομήρου. Μέσα στη σπηλιά βρίσκονται έξι λίθινα καθίσματα κι ένας λίθινος  πάγκος και στην άλλη πλευρά της στοάς μονάχα ένας λίθινος πάγκος. Συνεχίζοντας να βαδίζει κανείς στην στοά, η πίεση που νιώθει όλο και αυξάνεται και φτάνει σε σημείο που δεν αντέχεται άλλο και σε πετά προς τα πίσω. Από το σημείο που η πίεση δεν έχει αποκτήσει ακόμα τόσο μεγάλη ένταση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ηλικιωμένου, μπορεί να παρατηρηθεί ένας θάλαμος που παρομοιάζεται με πελώριο κεφάλι σκουληκιού. Στα αριστερά της θαλάμου βρίσκεται η σαρκοφάγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η μούμια είναι σαβανωμένη, σύμφωνα με τα Αιγυπτιακά πρότυπα, αλλά διαφοροποιείται λίγο, αφήνοντας το κεφάλι ακάλυπτο.

Μέσα στη στοά, υπάρχουν επίσης πολλές βέργες χρυσού και στον ένα τοίχο ένας άλλος μισό χτισμένος τοίχος, που δεν επιτρέπει να δει κάποιος το περιεχόμενό του, πάνω του είναι σκαλισμένη η επιγραφή «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ».

Επιπρόσθετα στη στοά υπάρχει ένα μαρμάρινο μεγάλο τραπέζι με έξι καρέκλες στη μια πλευρά του και έξι στην άλλη και στην κορυφή του τραπεζιού υπάρχει μία ακόμα μαρμάρινη καρέκλα, πάνω στην οποία στέκεται ένα πουλί ως σύμβολο της επιστροφής. Όλος ο θάλαμος φωτίζεται από έναν λίθο, ο οποίος στηρίζεται πάνω σε μια βέργα κι αυτό που είναι επίσης άξιο απορίας, είναι πως δεν υπάρχει πουθενά ίχνος σκόνης.

Στο τέλος της περιγραφής του ο ηλικιωμένος σημείωσε πως εκείνοι που έθαψαν τον Αλέξανδρο εκεί μέσα, στο τέλος ενεργοποίησαν τα μαγνητικά πεδία, ώστε να μη πλησιάζει εκεί μέσα κανένας και ποτέ.

Ωστόσο τίποτα από αυτά δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά, αφού για τελευταία φορά η σορός του Αλεξάνδρου, εθεάθη το 215 μ.Χ..

Από τη τελευταία εικασία του 1999 μέχρι το 2014, δεν υπήρξε καμία πληροφορία που να επεξηγεί το μυστήριο της ταφής του Μακεδόνα βασιλιά.

Η αρχαιολόγος Κατερίνα Περιστέρη και η ομάδα της, εντόπισαν πριν πέντε χρόνια ένα μεγάλο ταφικό μνημείο, που παρέπεμπε σε τάφο κάποιου πολύ σημαντικού ανθρώπου εκείνης της εποχής, λόγω της πολυτέλειας που το περίβαλε. Το μνημείο αυτό, βρέθηκε στον Τύμβο Καστά της Μεσολακκιάς Σερρών, που χρονολογείται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., στην αρχαία δηλαδή Αμφίπολη.

Λόγω τις εντυπωσιακής κατασκευής του τάφου, έκανε πολλούς καταρτισμένους και μη, να πιστεύουν πως το εύρημα αυτό συνδέετε με έναν υποψήφιο τάφο, που χτίστηκε για τον Μέγα Αλέξανδρο.

Οι απαντήσεις τον αρχαιολόγων δεν ήταν διασαφηνίστηκες. Τον Σεπτέμβρη του 2015, η ανασκαφική ομάδα του Τύμβου Καστά, ανακοίνωσε πως το μνημείο φτιάχτηκε κατά παραγγελία του Μεγάλου Αλέξανδρο για τον τον Ηφαιστίωνα. Και η περαιτέρω έρευνα για σίγουρα διασταυρωμένα αποτελέσματα παραμελήθηκε όπως, τυχαία, έγινε και με τη Λιάνα Σουλβατζή.

Μια ακόμη αναφορά στο τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βρίσκεται σε ένα απόσπασμα από βιβλίο της Ενωμένης Ρωμιοσύνης με τίτλο: «Ὁ Όσιος Πορφύριος (Μαρτυρίες – Διηγήσεις – Νουθεσίες)». Σύμφωνα με αυτό ο Πορφύριος σε νεαρή ακόμα ηλικία με το χάρισμα που τον διέκρινε, σε κάποιο περίπατο που πήγε, είδε από πολύ μακριά νερά, αγία λείψανα, αρχαίους ναούς και τάφους. Στην αφήγησή του, υπογράμμισε πως ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν βρίσκεται ούτε στην Αίγυπτο, ούτε πουθενά αλλού όπου τον ψάχνουν, αλλά αντίθετα βρίσκεται στην Ελλάδα, κοντά στο αρχαίο Δίον και συγκεκριμένα στη Κατερίνηστη «Κονταριώτισσα», δίπλα σ᾽ ένα παλιό εκκλησάκι της Παναγίας.

Η υπόθεση παραμένει στο σκοτάδι και καθιστά τον Μέγα Αλέξανδρο αθάνατο βασιλιά, τόσο για την σημαντικότητα του στρατιωτικού του έργου, όσο και για το μυστήριο του θανάτου του. Όσο ελκυστική κι αν είναι αυτή η ιστορία, γιατί είναι γνωστό πως οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να πιαστούν από έναν θρύλο και να ελπίζουν σ’ αυτόν, παρά να δημιουργούν μόνοι τους την ελπίδα, το ερώτημα που γεννάται σε όλους, είναι ένα.

Δεν έχει βρεθεί ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή κάποιοι, δεν επιθυμούν να βρεθεί;

Πηγή: Ερευνητικός Οργανισμός Ελλήνων